Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
Δρ. Γιώργος Καμπουράκης Ε. Καθ. ΕΜΠ

Στα πρώτα χρόνια του 21ου αιώνα, η πολιτική έχει αρχίσει να επηρειάζεται από την συνεχιζόμενη ανάπτυξη των τεχνολογιών πληροφορικής (ΤΠ). Παρ’ όλον ότι οι πολίτες έρχονται όλο και συχνώτερα σε επαφή με τους Ηλεκτρονικούς Λογισμητήρες (σ.ε. έτσι αποκαλεί ο συγγραφέας τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές) εν τούτοις ο κοινωνικός αντίκτυπος των ΤΠ δεν έχει γίνει ακόμη αισθητός. Η χωρίς προηγούμενο διείσδυση των ΤΠ στην ζωή του μέσου πολίτη προξενεί μεταβολές στις μέχρι πρότινος νομιζόμενες σταθερές κοινωνικές ή οικονομικές δομές. Σε αρκετές περιπτώσεις τα κίνητρα εφαρμογής των ΤΠ προκαλούν καχυποψία. Κάτι τέτοιο μοιάζει φυσιολογικό αφού η πληροφορική διαδρομή δεν είναι εν γένει γνωστή και σε πολλές περιπτώσεις η χρήση των στοιχείων μπορεί να γίνει αθέμιτη. Έτσι παραμένει ανοιχτό το ζήτημα της επικοινωνιακής σχέσης των πληροφοριακών διαδρομών και του τρόπου κατανόησης τους από μη επαΐοντες.
Δεδομένου ότι οι Ηλεκτρονικοί λογισμητήρες με τον ένα ή τον άλλο τρόπο βρίσκουν εφαρμογές σε όλο και περισσότερες εκφάνσεις της καθημερινότητας μας, είναι εύλογο να αναμένουμε ότι θα εφαρμοσθούν και στην εξάσκηση των κυριαρχικών δικαιωμάτων του πολίτη, όποια και όσα μπορεί να είναι αυτά. Σε βάθος χρόνου είναι αναμενόμενο η εφαρμογή τους να επεκταθεί σε όλο το εύρος των πολιτικών δραστηριοτήτων. Ήδη έχει ξεκινήσει, με πολλές παρεξηγήσεις ομολογουμένως, η συζήτηση για την «ηλεκτρονική δημοκρατία». Πρόκειται για μια έννοια στην οποία καθένας μπορεί να αποθέσει τα αποκυήματα της φαντασίας του όσον αφορά στην απλοποίηση αποτελεσματικότητα και ευκολία των δημοκρατικών πρακτικών, όπου όμως ο πακτωλός ιδεών και απαντήσεων μετατρέπεται σε ρεματάκι τοπικού ενδιαφέροντος μόλις μπουν στο τραπέζι ζητήματα όπως η ασφάλεια η κατοχύρωση συνταγματικών θεσμών και κυρίως η χειραγώγηση και η επικοινωνία. Η ανάγκη ορισμού της έννοιας της Ηλεκτρονικής Δημοκρατίας έχει εκπληρωθεί εν γένει στην βιβλιογραφία και από αυτήν μπορούμε να παραθέσουμε τον παρακάτω ορισμό, που ομολογουμένως δεν είναι ο μόνος ούτε ο τελευταίος δεδομένου ότι το ζήτημα είναι ανοικτό, αλλά θεωρείται ως αποδεκτός από μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας.

Η ηλεκτρονική δημοκρατία (ΗΔ) ορίζεται ως [30 σ.188]:
«Σύνολο προσπαθειών στην εξάσκηση της Δημοκρατίας χωρίς περιορισμούς χρόνου, χώρου και άλλων φυσικών συνθηκών, με την χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών, ή επικοινωνιών με την μεσολάβηση λογισμητήρων, επιπροσθέτως, αλλά όχι σε αντικατάσταση των παραδοσιακών «αναλογικών» διαδικασιών».

Αυτός ο ορισμός της ηλεκτρονικής δημοκρατίας προεξοφλεί την αδυναμία αντικατάστασης των αναλογικών, και εν πολλοίς χειρωνακτικών, διαδικασιών από άλλες βασισμένες στις ΤΠ, αλλά και απαγορεύει την αντικατάσταση τους ακόμα και αν είναι δυνατή. Από αυτήν την άποψη μοιάζει απαισιόδοξος όμως οι απόψεις που διατυπώνονται στο σχετικό άρθρο τον δικαιολογούν σαν τροχοπέδη στην υπεραισιοδοξία όσων εύκολα νομίζουν ότι μπορούν να ξεπεράσουν τις εγγενείς δυσκολίες της τεχνολογίας που αφορούν στην διασφάλιση των δημοκρατικών αρχών και πρακτικών. Η αρχή της ισότητας για παράδειγμα ενώ φαίνεται σχεδόν ενσωματωμένη στις ψηφιακές τεχνολογίες αποδεικνύεται σκληρό καρύδι στην προσπάθεια γενικής υλοποίησης της.
Ο Μιχάλης Δερτούζος συνήθιζε να λέει ότι « the computer acts as a structure amplifier», κι αναφερόταν στο γεγονός ότι η εισαγωγή της πληροφορικής σε έναν οργανισμό βελτιώνει τις λειτουργικές του διαδικασίες αν η δομή του είναι από πριν αποτελεσματική, ενώ τις χειροτερεύει στην αντίθετη περίπτωση. Το φαινόμενο αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην εκτίμηση της συμπεριφοράς της εισαγωγής συστημάτων πληροφορικής στην εξάσκηση των δημοκρατικών πρακτικών. Εμμέσως παραπέμπει στην βασική φιλοσοφία του πολιτικού συστήματος στο οποίο θα εμφυτευθούν οι ΤΠ. Αυτό το ζήτημα δομής έχει απασχολήσει τους πολιτικούς επιστήμονες από την εποχή του Αριστοτέλη και μετά, επανειλημμένως. Η εμφάνιση των ΤΠ με δυνατότητες ευρείας χρήσης τους, έφερε και τον προβληματισμό για την εισαγωγή νέων «παραδειγμάτων» (paradigm με την έννοια που δίνει ο Kuhn) δημοκρατικής πρακτικής και όχι μόνο αντικατάστασης των παλαιών διαδικασιών από τις ΤΠ. Οι δύο βασικές σχολές αφορούν στο παράδειγμα α) της δημοψηφισματικής (plebiscitary) β) της συσκεψιακής (deliberative) δημοκρατίας (Arterton 1987). Όμως ενώ ξεδιπλώνονται τα επιχειρήματα και αντεπιχειρήματα των θεωρητικών, νέα ερωτήματα αναδύονται σχετικά με την δυνατότητα των πολιτών να ανταποκριθούν στους νέους ρόλους που ενδεχομένως θα κληθούν να παίξουν. Σε μερικές περιπτώσεις γίνεται επίκληση του παραδείγματος της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας με επίκεντρο την ’θηναΐκή δημοκρατία της εποχής του Περικλή. Το ότι η δημοκρατία γεννήθηκε στην Ελλάδα είναι αδιαμφισβήτητο (Dunn, Hornblower, 1992), όμως μόνο ένας φαντασιόπληκτος ή προγονόπληκτος θα μπορούσε να θεωρήσει την Αρχαία Ελλάδα ως πρότυπο το οποίο θα αρκούσε να το αντιγράψουμε για να βρούμε την ελευθερία, την δικαιοσύνη, την ισότητα και κάθε αγαθό. Μπορεί όμως να λειτουργήσει σαν ένα καταγεγραμμένο πείραμα όπου μπορούμε να παρατηρήσουμε εν τη γενέσει τους πληθώρα στοιχείων που παραμένουν πάντα επίκαιρα και έτσι να αποτελέσει έμπνευση και πηγή ιδεών.
Η αναγκαιότητα της σε βάθος αναθεώρησης των σύγχρονων πολιτικών λειτουργιών αλλά και της προσπάθειας ανάπτυξης στιβαρών συνθέσεων νέων, φαίνεται από τις εκφυλισμένες φαντασιώσεις που κυκλοφορούν σχετικές με την ανάπτυξη πρακτικών άμεσης δημοκρατίας όπου ο λαός κυβερνά μέσω του internet. Με το ίδιο σκεπτικό εξασφαλίζεται και η διακυβέρνηση με την χρήση δικτύων. Σε έναν κόσμο αγγελικά πλασμένο όλα αυτά θα μπορούσαν να συμβούν και να υλοποιηθούν με την ήδη υφιστάμενη τεχνολογική στάθμη πολλώ δε μάλλον με την αναμενόμενη στο άμεσο μέλλον. Όμως, τα πράγματα αλλάζουν μόλις λάβουμε υπ’ όψιν μας τον γνωστό νόμο του Murphy. Έτσι σε όλες τις σχετικές μελέτες για την εφαρμογή της ηλεκτρονικής δημοκρατίας ή της τηλεδημοκρατίας ή της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης το διαδίκτυο αναφέρεται ως ανεπαρκές μέσο ακόμα και για την υλοποίηση της ηλεκτρονικής ψηφοφορίας. Οι λόγοι είναι πολλοί. Μερικοί προκύπτουν αμέσως άλλοι χρειάζονται περισσότερη επεξεργασία για να ανιχνευχθούν.
Η εφαρμογή των ΤΠ στην εξάσκηση των δημοκρατικών πρακτικών είναι αναπόφευκτη. ’ρα το ζήτημα δεν είναι να επιχειρηματολογήσουμε υπέρ η κατά των εξελισσόμενων τεχνολογιών αλλά για το πώς πότε και πού, μπορούν να εφαρμοσθούν, κυρίως όμως σε ποιες διαδικασίες. Ένα άλλο ζήτημα είναι αν οι υπάρχουσες δομές και διαδικασίες έχουν λόγο ύπαρξης ή πρέπει να αλλάξουν κι αυτές ή τουλάχιστον να προσαρμοστούν. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι στην επόμενη δεκαπενταετία θα συμβούν πολλές και σημαντικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικο-οικονομικής ζωής στον πλανήτη. Οι σημαντικές κλιματικές αλλαγές και οι ανάγκες διαχείρισης του περιβάλλοντος με μεγαλύτερη σύνεση, κυρίως όμως η ανάγκη επανεξέτασης των οικονομικών μοντέλων, επιβάλλουν ριζικές διαφοροποιήσεις στο προτεινόμενο μοντέλο της μεταμοντέρνας «παγκοσμιοποίησης». Αλλαγές όμως συμβαίνουν ούτως ή άλλως με την πάροδο του χρόνου. Θα πάρουμε για παράδειγμα τον θεσμό του κόμματος, και όπως θα διαπιστώσουμε από τον πίνακα που ακολουθεί, έχει αλλάξει δραματικά μέσα στον 20ο αι. Στις αρχές του αιώνα στα κόμματα επικρατούσαν τα λεγόμενα «πολιτικά τζάκια» ενώ σήμερα έχουμε τους «επαγγελματίες» πολιτικούς. Στην χώρα μας βέβαια οι «εξελίξεις» έρχονται με κάποια καθυστέρηση. Εκεί που θα πρέπει να σταθούμε στον πίνακα, είναι στους «βασικούς στόχους» των κομμάτων όπου μετά το 1960 βλέπουμε ότι «η αποσπασματική εφαρμογή πολιτικών αποφάσεων» είναι όλοι κι όλοι οι στόχοι, κυρίως των κομμάτων εξουσίας. Ο τομέας χρηματοδότησης δείχνει καθαρά ότι ήδη από το 1997 που δημοσιεύθηκε η έρευνα, ήταν γνωστό ότι μέρος των εσόδων τους ανταλλάσονται «έναντι κρατικών προμηθειών – έργων». Τέλος η διαπλοκή των κομμάτων με τα ΜΜΕ καταλήγει σε εμπορικές σχέσεις. Η έννοια του κόμματος έχει αλλάξει δραματικά άρα και η σχέση του με την δημοκρατία. Αν δεχθούμε το αξίωμα ότι η τάση της δημοκρατίας είναι να τείνει προς την ολιγαρχία, έχουμε μια νέα σειρά ερωτημάτων που αφορούν και την όποια Ηλεκτρονική Δημοκρατία. Αυτά φαίνεται να συμβαίνουν στην Γερμανία, ανάλογες παρατηρήσεις υπάρχουν και για άλλες Ευρωπαϊκές χώρες που ανήκουν στον βασικό πυρήνα της Ε.Ε. Μια σημαντική παρατήρηση είναι ότι οι ΤΠ έχουν παίξει πολύ μικρό ρόλο στην διαδικασία εξέλιξης του κόμματος ως θεσμού (η κινητή τηλεφωνία επέδρασε δραστικώτερα αφού ουσιαστικά κατήργησε το απόρρητο των συνεδριάσεων). Από την άποψη αυτή τα κόμματα βρίσκονται ακόμη στην εποχή όπου οι ηλεκτρονικοί λογισμητήρες ήταν δύσχρηστα τέρατα (αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τους χρησιμοποιούν σε εφαρμογές γραφείου -αρχείου και ενδεχομένως Ηλ. Ταχυδρομείου). Έτσι η επίδραση των ΤΠ στα προγράμματα και τον σχεδιασμό της πολιτικής τους είναι ανύπαρκτη προς το παρόν και κατά συνέπεια η έννοια της Ηλεκτρονικής Δημοκρατίας δεν υφίσταται. Στην επόμενη φάση όμως οι αναμενόμενες αλλαγές θα είναι καταστατικής σημασίας αφού και οι δύο άξονες τόσο της δημοψηφισματικής όσο της διασκεψιακής δημοκρατίας θα περάσουν, έστω υποδορείως, στις κομματικές δομές. Η περίπτωση της αμεσώτερης συμμετοχής, των μελών αρχικά, και αργότερα των οπαδών, είναι μια ακόμη δραματικώτερη μεταβολή αφού συνεπάγεται και κάποια αναδιανομή «εξουσίας». Η ανάλυση των τεχνολογιών πάνω στις οποίες θα βασισθεί αυτή η μεταβολή δεν έχει ιδιαίτερη σημασία αφού η τεχνολογική εξέλιξη αλλάζει συνεχώς τα διαθέσιμα εργαλεία. Έτσι αυτό που έχει σημασία είναι οι ιδέες που θα υποστηριχθούν τεχνολογικά.



Όμως η αναδιανομή της εξουσίας είναι μια βασική διαδικασία κοινωνικής μορφογένεσης και γίνεται συνήθως μέσα από αιματηρές ή αναίμακτες συγκρούσεις.
Οι τεχνολογίες πληροφορικής και οι ψηφιακές τηλεπικοινωνίες (που στηρίζονται στους ηλεκτρονικούς λογισμητήρες) προσφέρουν λόγω της σταδιακής (και ελεγχόμενης) διείσδυσης τους στις κοινωνίες, την δυνατότητα ενός φαινομενικά αναίμακτου μετασχηματισμού όπου η διαμεσολάβηση (χειραγώγηση) της πληροφορίας δημιουργεί νέους σχηματισμούς μεγαλύτερης πολυπλοκότητας. Κλασσικό παράδειγμα είναι το «πλαστικό χρήμα», αλλά και γενικώτερα οι νέοι τρόποι συναλλαγής.
Οι παρεχόμενες δυνατότητες από τις νέες τεχνολογίες δίνουν «ευκολίες» με αντάλλαγμα την «εξάρτηση». Δεδομένου ότι τα προϊόντα της τεχνολογίας δεν είναι παρά εργαλεία που διευκολύνουν την εκτέλεση κάποιων έργων, εξαρτάται από την υφή των έργων και την πρόθεση των χρηστών, η αξία ή απαξία του αποτελέσματος χρήσης των εργαλείων. Η κλίμακα μέτρησης μπορεί να είναι ηθική, κοινωνική, οικονομική κ.λπ. Με την ίδια ευκολία μπορούν να εξυπηρετηθούν ο «Μεγάλος αδελφός» και ο μικρός πολίτης. Όμως εν προκειμένω το διακύβευμα είναι η μελλοντική μας δυνατότητα να αποφύγουμε την μαζικοποίηση και να διαφυλάξουμε την διαφορετικότητα. Η μαζικοποίηση συμβαίνει πολύ εύκολα όταν καταχωρούμε ολόκληρους πληθυσμούς στην ηλεκτρονική μνήμη των λογισμητήρων όπου το κάθε άτομο δεν είναι παρά μια εγγραφή σε μια βάση δεδομένων που απεικονίζει ένα υποσύνολο της προσωπικότητας του και των δραστηριοτήτων του. Η προσωπικότητα του ατόμου δεν προκύπτει ακόμα και αν συνδυασθούν οι αντίστοιχες εγγραφές από όλες τις βάσεις δεδομένων στις οποίες αναφέρεται. Ακόμα το άτομο θα πρέπει να κατηγοριοποιηθεί σύμφωνα με την αρχική ανάλυση-σχεδιασμό της βάσης στην οποία θα καταγραφεί, ακόμα και αν οι προβλεπόμενες κατηγορίες της βάσης δεν περιγράφουν με ακρίβεια τις ιδιότητες του ατόμου. Ένας Ζωγράφος -Ελαιοχρωματιστής, για παράδειγμα, θα καταχωρηθεί με μια από τις ιδιότητες του ή ακόμη με τον γενικώτερο προσδιορισμό του ελεύθερου επαγγελματία, εκτός εάν υπάρχει πρόβλεψη κατά τον σχεδιασμό της βάσης για πολλαπλό προσδιορισμό. Αυτή η κατάτμηση της προσωπικότητας είναι αναγκαία στα πλαίσια των περιορισμών, ταχύτητας αναζήτησης, οικονομίας ηλεκτρονικής μνήμης, αποτελεσματικής διαχείρισης της βάσης δεδομένων και άλλων τεχνικών παραμέτρων. Έτσι είναι λογικό αυτό που απεικονίζεται στην βάση δεδομένων να μην είναι το άτομο αλλά ένας «αριθμός» που περιγράφεται από ιδιότητες εν πολλοίς κοινές σε πολλούς άλλους αριθμούς. Αυτό δηλαδή που περιέχει η βάση δεδομένων δεν είναι τίποτα άλλο από μια σειρά στατιστικών στοιχείων σχετικών με κάποια κοινωνική δραστηριότητα. Αυτό το μοντέλο ταιριάζει με το μοντέλο της «αντιπροσωπευτικής» Δημοκρατίας, που στηρίζεται στα κόμματα για την λειτουργία της, και το εκλογικό της ακροατήριο περιορίζεται σε περιοδικούς «διορισμούς» διαχειριστών. Στις κομματικές βάσεις δεδομένων, καταχωρούνται οι «οπαδοί» και φυσικά δεν υπάρχει πεδίο με την ένδειξη «κομματική προτίμηση». Κάτι τέτοιο θα δημιουργούσε υπόνοιες για «φακέλωμα», κατ’ εξοχήν αντιδημοκρατική πράξη, αλλά και πολύ συχνή, τόσο που οι αρχές προστασίας προσωπικών δεδομένων την απαγορεύουν. Υπάρχουν φυσικά και ένα σωρό άλλες βάσεις δεδομένων όπου καταχωρούνται ιδιότητες μας φυσικές, βιολογικές, οικονομικές, συμπεριφορικές κ.λπ. Με τέτοια ιδεατή απεικόνιση των κοινωνικών δομών εύκολα κανείς υποκύπτει στον πειρασμό να κάνει λογιστικά πειράματα πάνω στα δεδομένα των βάσεων. Ο λογισμητήρας δίνει εύκολα απαντήσεις σε ερωτήματα όπως «πόση θα είναι η αύξηση των εσόδων αν αυξήσω το ΦΠΑ κατά 1% ;». Επειδή όμως το σύστημα δεν είναι τόσο ελέγξιμο όσο «θα έπρεπε» στην πραγματικότητα η αναμενόμενη αύξηση μπορεί να είναι πενιχρό ποσοστό της αναμενόμενης. Δεν φταίει ο λογισμητήρας αλλά οι ελλιπής γνώση μας για το σύστημα. Το ερώτημα είναι που, μέσα σε όλη αυτή την εικόνα, υπάρχει η έννοια του «Πολίτη» και τι περιέχει αν τελικά ανιχνευθεί.
Στην αρχαία Αθηναϊκή Δημοκρατία η έννοια του Πολίτη ήταν σαφώς καθορισμένη με συγκεκριμμένες ιδιότητες, δικαιώματα και υποχρεώσεις. Τα κόμματα ήταν σχεδόν απαγορευμένα. Στην δημοκρατία των κομμάτων η έννοια του πολίτη είναι συγκεχυμένη, συμπίπτει με εκείνη του υπηκόου, πράγμα φυσικό αφού το κοινοβούλιο ήταν αρχικά, παροχή του ηγεμόνα προς τους υπηκόους του. Η Έννοια της Δημοκρατίας όπως την γνωρίζουμε σήμερα είναι πολύ νέα αφού κατ’ ουσίαν εξελίσσεται μετά τον ΙΙο παγκόσμιο πόλεμο. Μπορεί πολλοί να μέμφονται τους αρχαίους Αθηναίους για τον αποκλεισμό των γυναικών από την έννοια του Πολίτη, αλλά τότε τι θα πρέπει να λένε για τα δύο ημι-καντόνια της Ελβετίας, όπου οι γυναίκες απέκτησαν την ιδιότητα του Πολίτη μόλις το 1989-1990. Έτσι λοιπόν η έννοια Πολίτης που έλιωσε στην ιστορική διαδρομή της ξαναχύνεται σε νέα καλούπια. Θα πρέπει να την ανακαλύψουμε ξανά, ή απλά να υιοθετήσουμε κάποια προτεινόμενη από άλλους. Τι σχέση όμως μπορεί να έχει ο πολίτης του «lifestyle» με τον Πολίτη μιας Δημοκρατίας άξιας του ονόματος; Καμία. Ο Παππούς Αριστοτέλης είχε βάλει το ερώτημα από τότε και μάλιστα διπλό «τινα χρη καλείν πολίτην» και «τις ο πολίτης εστίν σκεπτέον», γιατί «ου γαρ τον αυτόν ομολογούσι πάντες είναι πολίτης έστι γαρ τις ός εν δημοκρατία πολίτης ών εν ολιγαρχία πολλάκις ουκ έστι πολίτης» και ακόμα «εν μεν δημοκρατία μάλιστα εστι πολίτης, εν δε ταις άλλαις ενδέχεται μεν, ου μην αναγκαίον». Μας λέει ότι η βασική ιδιότητα του πολίτη είναι η συμμετοχή στα κοινά, δεν το υπονοεί αλλά το διατυπώνει καθαρά «πολίτης δ’ απλώς ουδενί των άλλων ορίζεται μάλλον ή του μετέχειν κρίσεως και αρχής». Αυτός ο Πολίτης δεν υπάρχει πια. Μας μένει λοιπόν η προτροπή «τις ο πολίτης εστιν σκεπτέον». Εδώ αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι η ηλεκτρονική Δημοκρατία ή η τηλε-δημοκρατία ή οποιοδήποτε άλλο σχετικό μόρφωμα, σκοντάφτει στο βασικό ερώτημα «για ποιόν». Αν ο πολίτης μοιάζει περισσότερο με εκείνον του Αριστοτέλη τότε το πληροφοριακό σύστημα που θα τον υποστηρίζει και θα τον διευκολύνει θα είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο που θα προορίζεται για τον «μεταμοντέρνο πολίτη». Επίσης ένα εύλογο ερώτημα είναι, γιατί άραγε η τεχνολογία να μην μπορεί να κατασκευάσει ένα σύστημα κατάλληλο για κάθε είδους «πολίτη» και κάθε σύστημα δημοκρατίας; Η εύκολη απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι ότι ένα τέτοιο σύστημα θα ήταν ενδεχομένως δυνατό να κατασκευαστεί, αλλά μάλλον απίθανο αφού μοιάζει ουτοπικό και άνευ λόγου. Αν αναλύσουμε το πρόβλημα λίγο περισσότερο θα δούμε ότι η προηγούμενη απάντηση είναι σωστή, λόγω του ότι θεωρεί την κατασκευή του συστήματος «ενδεχομένως δυνατή», αλλά και αρκετά αισιόδοξη γιατί η τεχνολογία, έστω και η σημερινή, δεν είναι δυνατόν να απαντήσει σε όλες τις απαιτήσεις ενός τέτοιου συστήματος. Για παράδειγμα ο τομέας της υποκατάστασης της χειροκίνητης ψηφοφορίας με ηλεκτρομηχανικούς τρόπους, έχει παρουσιάσει σημαντικά προβλήματα διαβλητότητας και αναξιοπιστίας τέτοια που ακόμα και στις ΗΠΑ όπου οι απαιτήσεις που αφορούν στην μυστικότητα και το μη διαβλητό της ψήφου, είναι σημαντικά μικρότερες από άλλες χώρες δεν έχει γίνει δυνατή η απρόσκοπτη διεξαγωγή εκλογών με ηλεκτρονικό τρόπο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η ψηφοφορία δεν μπορεί να γίνει με ηλεκτρονικό τρόπο. Όμως αν οι δυνατότητες επηρεασμού των αποτελεσμάτων είναι μέρος του πακέτου προώθησης των μηχανών τότε quis custodiet ipsos custodes… Το κακό με τις ΤΠ είναι ότι ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις… Ας θυμηθούμε τα πρόσφατα σχετικά ζητήματα υποκλοπών συνδιαλέξεων.
Τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν από την χρήση των ΤΠ στην πολιτική (μέσα στα δημοκρατικά πλαίσια) είναι περισσότερα από τα προβλήματα που θα πρέπει να υπερπηδηθούν. Όμως θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η ταχύτητα εφαρμογής τους δεν είναι αντίστοιχη με την ταχύτητα αφομοίωσης τους από την κοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται μεσοπρόθεσμος και μακροπρόθεσμος σχεδιασμός σε βάθος αρκετών τετραετιών άρα δεν είναι ζήτημα που θα αντιμετωπισθεί στα πλαίσια μιας κυβερνητικής θητείας. Αυτός είναι σημαντικός ανασχετικός παράγοντας αφού προϋποθέτει κάποιες διακομματικές συγκλήσεις. ’λλωστε τα ζητήματα αυτά έχουν και σημαντικές συνταγματικές προεκτάσεις άρα δεν αντιμετωπίζονται, και δεν θα έπρεπε, από ένα κόμμα. Όμως η αύξηση της δημοκρατίας μπορεί και θα πρέπει να γίνει σταδιακά και περιφερειακά πριν επιχειρηθεί στο επίπεδο των κεντρικών εξουσιών. Για παράδειγμα: αν αυξήσουμε σημαντικά την δημοκρατία των επιμελητηρίων, των επαγγελματικών συλλόγων, και της τοπικής αυτοδιοίκησης εντείνοντας την διασκεψιμότητα των μελών τους (πολιτών) ώστε να μπορούν να καταθέτουν την γνώμη τους (συμβουλευτικά δημοψηφίσματα) η οποία θα αναλύεται όχι μόνο ποσοτικά αλλά και ποιοτικά (βάσει δημογραφικών και άλλων στοιχείων), τότε αλλάζει το γενικώτερο δημοκρατικό τοπίο, αφού οι φορείς αυτοί θα μεταφέρουν στις κεντρικές εξουσίες καθαρώτερες εικόνες του κοινωνικού τοπίου. Αυτά μπορούν να γίνουν με τις υπάρχουσες τεχνολογικές δυνατότητες και με εφικτούς συνδυασμούς τεχνολογιών. Μάλιστα θα μπορούσαν να συνδυαστούν τα αντίστοιχα νέα δίκτυα ώστε να εξυπηρετούν όχι έναν φορέα (π.χ. Τεχνικό Επιμελητήριο, Δικηγορικοί Σύλλογοι κ.λπ.) αλλά όλους μέσω της τοπικής αυτοδιοίκησης. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε την ύπαρξη ενός μόνου αφιερωμένου δικτύου για τις ευαίσθητες λειτουργίες κατάθεσης γνώμης ενώ για το διασκεψιακό μέρος μπορεί να χρησιμοποιηθεί και το διαδίκτυο. Μια τέτοια υποδομή μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την λήψη πολύπλοκων αποφάσεων οι οποίες δεν θα μπορούσαν να ληφθούν με ένα ΝΑΙ ή ένα ΟΧΙ. Κατ’ ουσίαν λοιπόν απαιτείται ένας συνδυασμός δικτύων που το καθένα αναλαμβάνει να υποστηρίξει τις λειτουργίες που ταιριάζουν στις προδιαγραφές του. Έτσι το διαδίκτυο μπορεί να υποστηρίξει διαδικασίες μη κρίσιμες όσον αφορά στην ασφάλεια των διακινουμένων πληροφοριών (π.χ. θέματα που θα πρέπει να συζητηθούν, πληροφορίες, διασκέψεις με ηλεκτρονικό προεδρείο ώστε να μπορεί να εξασφαλισθεί κάποιου τύπου «ισηγορία», ανακοινώσεις αποτελεσμάτων κ.λπ), ενώ για τα την κατάθεση γνώμης ή ψήφου θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα ανεξάρτητο δίκτυο προσβάσιμο μόνο από ειδικά τερματικά περίπτερα τοποθετημένα στους δήμους, για όλες τις διαδικασίες κατάθεσης γνώμης.

Μια πιθανή εκδοχή του περιπτέρου κατάθεσης γνώμης. Ενσωματώνει τεχνολογίες αιχμής στην κατασκευή του (φιλικό προς το περιβάλλον και τους ΑΜΕΑ, ανθεκτικό σε βανδαλισμούς, κατάλληλο για κάθε κλίμα, ενεργειακά αυτόνομο).

Η απόσβεση αυτής της «επένδυσης» είναι ταχύτατη αφού εξυπηρετεί πολλούς φορείς ταυτόχρονα και εντατικά. Είναι όμως βέβαιο ότι θα συναντήσει την σθεναρή αντίσταση όλων των εν ενεργεία πολιτικών δυνάμεων (για διαφορετικούς λόγους ανάλογα τον χώρο) γιατί δημιουργεί συνθήκες «βαρύνουσας γνώμης» για τους «πολίτες» άρα εμμέσως αναδιανέμει τις εξουσίες. Η συνθήκη της «βαρύνουσας γνώμης» είναι αναγκαία και ικανή, για την «συμμετοχή» του πολίτη, ο οποίος έτσι κληρονομεί και μεγαλύτερο μέρος ευθύνης. Οι καρποί μιας τέτοιας προσπάθειας χρειάζονται χρόνο για να ωριμάσουν. Το ζήτημα της «συμμετοχής» απασχολεί έντονα τους επικοινωνιολόγους και τους πολιτικούς επιστήμονες στο θεωρητικό επίπεδο, και τους πολιτικούς σε πρακτικό. Η ελεγχόμενη συμμετοχή είναι πανάκεια για την πολιτική (mass control) εξ ου και η διαπλοκή με τα ΜΜΕ αφού τα ΜΜΕ είναι το βασικό επικοινωνιακό εργαλείο. Ένα βασικό κίνητρο για την αύξηση της συμμετοχής είναι η «ανταμοιβή της συμμετοχής» η οποία μπορεί να μην είναι, και δεν θα πρέπει να είναι, υλική αλλά να σχετίζεται με προνόμια που αφορούν τον «πολίτη».
Αυτό το «παράδειγμα» που σκιαγραφήθηκε παραπάνω δεν θα μπορούσε να υλοποιηθεί πριν από 15 χρόνια. Είναι δηλαδή αποκύημα της σύγχρονης τεχνολογίας και μπορούμε να πούμε ότι συμβάλλει στην ποιότητα της δημοκρατίας. Επίσης είναι αρκετά γενικό ώστε να προσαρμόζεται εύκολα στις εξελίξεις όχι μόνο τις τεχνολογικές αλλά κυρίως τις κοινωνικές. Ένα σημαντικό χαρακτηριστικό αυτού του «παραδείγματος» είναι η επικοινωνιακή του διάσταση. Αυξάνει την αμεσότητα επικοινωνίας των κεντρικών εξουσιών με την κοινωνία, και δημιουργεί έναν «υπερσύμβουλο» προς την εκάστοτε διοίκηση ή και την κυβέρνηση. Ακόμη δημιουργεί έναν παράλληλο παίκτη σε σχέση με τα ΜΜΕ, που άλλοτε συμπληρώνει άλλοτε αντιτίθεται και άλλοτε χαλιναγωγεί την δράση τους. Ενδεχομένως αναβιώνει και το κλασσικό ερώτημα της γνώμης των «ειδικών». Οι ειδικοί είναι σύμβουλοι της κοινωνίας ή η κοινωνία υπακούει στους ειδικούς; Το θέμα αυτό είναι πολύ μεγάλο για να συζητηθεί εδώ, αλλά και αρκετά σημαντικό για να παραληφθεί από την ατζέντα της συζήτησης. ’λλωστε είναι και κομβικό ζήτημα στην εφαρμογή της ηλεκτρονικής δημοκρατίας αφού προσδιορίζει τον βαθμό αμεσότητας της. Ένα σημαντικό ερώτημα είναι τι θα συμβεί όταν για λόγους ανωτέρας βίας ενδεχομένως, η υποδομή της ηλεκτρονικής δημοκρατίας δεν λειτουργεί για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τότε θα πρέπει να υπάρχει σενάριο υποκατάστασης των διαδικασιών. Αυτή είναι ίσως μια πηγή της απαισιοδοξίας του αρχικού ορισμού της Ηλεκτρονικής Δημοκρατίας που δόθηκε στην αρχή. Είναι δύσκολη η υποκατάσταση των διαδικασιών που χρησιμοποιούν υψηλή τεχνολογία και το συνειδητοποιούμε εύκολα στις διακοπές κεντρικής παροχής ηλεκτρικού ρεύματος.
Το επικοινωνιακό και το πολιτικό μέρος της Ηλεκτρονικής Δημοκρατίας παρουσιάζει περισσότερα προβλήματα από το τεχνικό. Πέρα από το μελετώμενο «ψηφιακό χάσμα» (digital divide) [7,22,23] που δημιουργεί σημαντικές ανισότητες όχι μόνο μεταξύ αναπτυσσομένων και ανεπτυγμένων χωρών αλλά και μέσα σε κάθε χώρα λόγω της μη προσβασιμότητας της τεχνολογίας από όλους με ίσους όρους, υπάρχουν και άλλα χάσματα που θα πρέπει να γεφυρωθούν. Οι χρήστες των ΤΠ είναι εν γένει καχύποπτοι όσον αφορά την αθέμιτη παρέμβαση και υποκλοπή δεδομένων από τα συστήματα τους, και βεβαίως όχι αδικαιολόγητα. Είναι απίθανο να πείσει κανείς για το απαραβίαστο του απορρήτου και της ασφάλειας δεδομένων τον μέσο χρήστη, πλήν ελαχίστων, χρησιμοποιώντας επιστημονικές αναλύσεις. Οι μη επαΐοντες πιστεύουν ακράδαντα ότι τα ψηφιακά συστήματα δεν μπορούν ποτέ να είναι ασφαλή για αυτούς. Έτσι είναι εξαιρετικά δύσκολο να πιστέψει ο μέσος ψηφοφόρος ότι η ηλεκτρονική του ψήφος είναι ανώνυμη. Υπάρχουν όμως τρόποι που πείθουν και τον πιο καχύποπτο ότι η μυστικότητα της ψήφου μπορεί να διαφυλαχθεί. Τρόποι επικοινωνιακοί που δεν χρειάζονται τεχνικές αναλύσεις αλλά πείθουν με την διαδικασία που ακολουθείται. Ένα σημαντικό ζήτημα, για παράδειγμα, είναι το πως μπορεί να αντικατασταθεί η ανώνυμη κάρτα πρόσβασης του πολίτη σε περίπτωση απώλειας ή καταστροφής της. Αν δεν διαγραφεί από το σύστημα η απωλεσθείσα και εκδοθεί νέα τότε ο κάτοχος της θα έχει δικαίωμα διπλής ψήφου! Από την άλλη, η ύπαρξη πληροφορίας αναζήτησης της απωλεσθείσας κάρτας ισοδυναμεί με την ταυτοποίηση του κατόχου της κάρτας με κάποιον πολίτη και άρα κατάργηση της ανωνυμίας του. Σε αυτόν τον τομέα διεξάγονται ελάχιστες έρευνες παρ’ όλον ότι θα έπρεπε να έχουν εντατικό χαρακτήρα (άρα και την αντίστοιχη χρηματοδότηση).
Επειδή σε πολλές περιπτώσεις η δημιουργία λογισμικού εξ αρχής είναι χρονοβόρα και με μεγάλο κόστος, θεωρείται προτιμότερη η προσαρμογή των αναγκών του πληροφοριακού συστήματος στις δυνατότητες υπάρχοντος λογισμικού με κάποιες δυνατότητες παραμετροποίησης. Προφανώς η αγορά ενός τέτοιου πακέτου για εφαρμογές Ηλεκτρονικής δημοκρατίας παρουσιάζει μια σειρά από προβλήματα ειδικά σε μικρές χώρες που δεν είναι οι κύριοι στόχοι πώλησης, όπως: α) η μερική προσαρμοστικότητα του λογισμικού ενδεχομένως απαιτεί συνταγματικές ρυθμίσεις για την νομιμοποίηση των διαδικασιών που υποστηρίζει β) μη φιλικότητας προς κατηγορίες πολιτών (ηλικιωμένων, ή με ειδικές ανάγκες) γ) αδυναμία ελέγχου (auditing) του κώδικα (αφού σίγουρα καλύπτεται από πατέντες). Η λύση της εξ αρχής ανάπτυξης είναι ασφαλέστερη αν και απαιτεί την βασική συναίνεση των κοινωνικών εταίρων με ότι αυτό συνεπάγεται. Η πιλοτική εφαρμογή της Ηλεκτρονικής Δημοκρατίας στην δευτεροβάθμια και τριτοβάθμια εκπαίδευση μπορεί να επαναφέρει την σημαντική έννοια της δημοκρατίας πιο κοντά στο σημαινόμενο της αφού κατ’ ουσίαν εκπαιδεύει τους φυσικούς της χρήστες όχι μόνο στους χειρισμούς αλλά κυρίως στις ιδέες της πιο ουσιαστικής δημοκρατικής πρακτικής.

Source : metafysiko.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου